Αυτό προκύπτει από κοινή μελέτη του Γραφείου Σχεδιασμού για το Περιβάλλον (PBL) σε συνεργασία με το WUR-Wageningen σχετικά με την πολιτική φύσης των τελευταίων δέκα ετών.
Το 2013, το κράτος και οι επαρχίες συμφώνησαν το λεγόμενο «Φύλλο Φύσης»: μια αποκέντρωση της πολιτικής για τη φύση από το κράτος προς τις επαρχίες. Στόχος ήταν η βελτίωση της βιοποικιλότητας. Σύμφωνα με προβλέψεις, ο στόχος δεν θα επιτευχθεί μέχρι τα τέλη του 2027. Αυτό οφείλεται μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι η υλοποίηση της νέας φύσης γίνεται με βάση τον εθελοντισμό και τη διαθεσιμότητα.
Για την αποκατάσταση της φύσης είχε συμφωνηθεί ότι απαιτείται μεγαλύτερη προσπάθεια για την ανασύσταση του οικολογικού συστήματος. Ωστόσο, η πρόσφατη επικάλυψη πολιτικών στο Εθνικό Πρόγραμμα Αγροτικών Περιοχών (NPLG) έχει δυσκολέψει και ακόμα καθυστερήσει την εφαρμογή της πολιτικής για τη φύση, όπως καταλήγουν οι ερευνητές.
Η αποκατάσταση της φύσης απαιτεί, πέρα από καλή διαχείριση και επέκταση της έκτασης, μεγαλύτερη προσπάθεια στην αποκατάσταση του οικολογικού συστήματος. Αυτό προϋποθέτει μεταξύ άλλων ένα κοινό όραμα για το μέλλον που σε πολλές περιοχές πρέπει ακόμη να αναπτυχθεί.
Η υλοποίηση των στόχων για τη φύση μέσω διαδικασιών περιοχών θα απαιτήσει «διοικητική δέσμευση και πολιτικό θάρρος» από τις επαρχίες και το κράτος λόγω των πολλών συγκρουόμενων συμφερόντων, καθώς παράλληλα πρέπει να επιτευχθούν και άλλοι στόχοι (κλίμα, γεωργία, νερό).
Για να επιτευχθούν οι στόχοι Natura 2000, είναι απαραίτητη μια ριζική αλλαγή στον τρόπο γεωργικής εκμετάλλευσης, για παράδειγμα προς μια εκτατική ή φύση-συμπεριληπτική μορφή γεωργίας, όπως αναφέρεται σε μία από τις συστάσεις.
Οι αγρότες χρειάζονται όχι μόνο σαφήνεια για το τι τους ζητείται, αλλά και οικονομική υποστήριξη και προσαρμοσμένη νομοθεσία από το κράτος ή την επαρχία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για γεωργικές εκμεταλλεύσεις κοντά σε περιοχές φυσικής προστασίας, σύμφωνα με τους ερευνητές του PBL και WUR.

