Την Πέμπτη, οι χώρες της ΕΕ δεν κατάφεραν και πάλι να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με μια οδηγία που θα υποχρεώνει τις πολυεθνικές να αποκαλύπτουν τα έσοδα και τις φορολογικές τους καταβολές.
Εδώ και τέσσερα χρόνια γίνονται χωρίς αποτέλεσμα συζητήσεις για μια τέτοια νομική υποχρέωση των πολυεθνικών να υποβάλλουν ετήσιες εκθέσεις. Μέχρι σήμερα, οι πολυεθνικές μπορούν να εκμεταλλεύονται τον ανταγωνισμό μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Ωστόσο, η πίεση προς τις χώρες της ΕΕ να βάλουν τέλος στους φορολογικούς παραδείσους αυξάνεται συνεχώς. Πλέον όλο και περισσότερες χώρες της ΕΕ υποστηρίζουν να μην ανταγωνίζονται η μία την άλλη.
Η πρόταση σκοπεύει να προάγει τη διαφάνεια σχετικά με τις φορολογικές καταβολές και να καταπολεμήσει τη φοροδιαφυγή. Οι διαπραγματεύσεις για την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που χρονολογείται από το 2016, παρέμειναν για μήνες αδρανείς εξαιτίας μιας μειοψηφίας κρατών μελών που μπλοκάρουν.
Η πρόταση υποστηρίζεται από μεγάλες χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Ολλανδία, ενώ η Γερμανία απείχε από την ψηφοφορία. Μεταξύ άλλων, το Λουξεμβούργο, η Ιρλανδία, η Κροατία και η Μάλτα εμποδίζουν την υιοθέτηση του νόμου.
Η υποχρεωτική αναφορά ισχύει μόνο για μεγάλες πολυεθνικές με καθαρό κύκλο εργασιών πάνω από 750 εκατομμύρια ευρώ. Η μητρική εταιρεία πρέπει να δημοσιεύει ετησίως μια έκθεση, ανά χώρα της ΕΕ, σχετικά με τον αριθμό εργαζομένων, κέρδη ή ζημίες πριν από φόρους και τους καταβληθέντες φόρους επί των κερδών. Με αυτόν τον τρόπο, για παράδειγμα, η ΕΕ αποκτά εικόνα για το πόσα κέρδη φέρνουν οι εταιρείες διαδικτύου σε κάθε χώρα της ΕΕ χωρίς να καταβάλλουν φόρο.
Η μεγάλη διαφωνία μέχρι στιγμής αφορά το αν η υποχρεωτική ετήσια αναφορά αφορά τα «οικονομικά και τη διοίκηση» ή τις «Φορολογίες». Στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ομοφωνία από όλες τις χώρες της ΕΕ, κάτι το οποίο θεωρείται επίσης ως μέσο διατήρησης των επικερδών εθνικών φορολογικών συμφωνιών με τις πολυεθνικές.

