Οι βασικές αγορές εξαγωγής παραμένουν η Γαλλία (53,4 εκατομμύρια ευρώ), οι Ηνωμένες Πολιτείες (50,1 εκατομμύρια ευρώ) και η Βραζιλία (38,9 εκατομμύρια ευρώ). Σε όγκο, η Γαλλία διατηρεί την πρώτη θέση (17,5 εκατομμύρια λίτρα), ακολουθούμενη από την Ισπανία (16,4 εκατομμύρια λίτρα) και την παλιά πορτογαλική αποικία στη Δυτική Αφρική, την Αγκόλα (15,3 εκατομμύρια λίτρα).
Σύμφωνα με τον σύλλογο, «αυτό αντανακλά την πίεση από τα αποθέματα που γίνονται αισθητά στον παγκόσμιο κλάδο κρασιού». Ιδιαίτερα σε αγορές όπου η ζήτηση για φτηνό κρασί είναι μεγάλη, όπως σε ορισμένα μέρη της Ασίας, το πορτογαλικό κρασί πωλείται σε ολοένα και χαμηλότερες τιμές, συμβάλλοντας στην οικονομική πίεση στους παραγωγούς.
Ο κλάδος του πορτογαλικού κρασιού αντιμετωπίζει έτσι ακόμη σημαντικές προκλήσεις που θέτουν σε κίνδυνο το μέλλον των οινοπαραγωγών. Ο πρόεδρος του πορτογαλικού οργανισμού κρασιού χαρακτήρισε σημαντική την αύξηση στον όγκο των εξαγωγών, καθώς πραγματοποιείται παρά το ότι ο κλάδος αντιμετωπίζει πλεόνασμα αποθεμάτων σε οινοποιεία. Αυτό συμβαίνει κυρίως στην περιοχή του Ντούρο, που είναι παγκοσμίως γνωστή για τα πορτ κρασιά της.
Τα τελευταία χρόνια η παραγωγή κρασιού αυξάνεται σταθερά κατά μερικά ποσοστιαία σημεία, ενώ η ζήτηση στάσιμη ή ακόμα και σε πτώση, τόσο εντός Πορτογαλίας όσο και διεθνώς. Επιπλέον, η κλιματική αλλαγή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες έχουν οδηγήσει σε ποσοτικές και ποιοτικές απώλειες στη συγκομιδή των σταφυλιών.
Η κρίση αυτή δεν έχει μόνο οικονομικές συνέπειες, αλλά απειλεί να προκαλέσει και κοινωνική καταστροφή, ιδιαίτερα σε παραδοσιακές οινοπαραγωγικές περιοχές όπως το Ντούρο. Οινοπαραγωγοί φοβούνται για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεών τους και, αν η κατάσταση δεν βελτιωθεί, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανεργία και μετανάστευση από την ύπαιθρο προς τις πόλεις, απειλώντας ξανά τη κοινωνική δομή αυτών των περιοχών.
Η πορτογαλική κυβέρνηση και ο οινικός τομέας αναζητούν εντατικά λύσεις για να μετριάσουν αυτήν την κρίση. Ένα από τα προτεινόμενα μέτρα είναι η προώθηση των εξαγωγών σε νέες αγορές, κυρίως εκτός Ευρώπης.

