Ο οργανισμός Νέων Αγροτών της Γαλλίας (JA) ζήτησε από τον πρόεδρο Μακρόν και τον υπουργό Γεωργίας Ντενορμαντί να παράσχουν περισσότερη οικονομική στήριξη για την εξαγορά αγροτικών επιχειρήσεων.
Με αφορμή την απογραφή της γεωργίας για το έτος 2020, οι νέοι επισήμαναν τη συνεχιζόμενη ερήμωση της υπαίθρου, όπως και σε πολλές άλλες χώρες της ΕΕ. Σύμφωνα με τη γαλλική έρευνα, το 58% των διευθυντών επιχειρήσεων στη ζωική παραγωγή και τη γεωργία είναι άνω των 50 ετών. Οι περισσότεροι από αυτούς θα έχουν φτάσει σε ηλικία συνταξιοδότησης τα επόμενα 5 – 7 χρόνια.
Λόγω της γήρανσης, η ετήσια αλλαγή γενιάς περίπου 20.000 Γάλλων αγροτών της υπαίθρου πρέπει να υποστηριχθεί με προληπτική πολιτική, προειδοποίησε το JA. Σκέφτονται ένα είδος «δικαιώματος προτίμησης» στην αγορά γεωργικής γης. Σύμφωνα με τον σύλλογο, κάθε χρόνο πάνω από 20.000 Γάλλοι αγρότες σταματούν να εργάζονται, αλλά σε πολλές περιπτώσεις η επιχείρηση εξαγοράζεται από άλλο αγροτικό επιχειρηματία, με αποτέλεσμα οι νέοι να μην έχουν πρόσβαση.
Από πρόσφατα στοιχεία της Eurostat προκύπτει ότι στην ΕΕ μόλις το 11% όλων των αγροκτημάτων διοικείται από αγρότες κάτω των 40 ετών, ενώ το 65% των αγροκτημάτων διοικείται από αγρότες άνω των 55 ετών.
Μόλις την περασμένη εβδομάδα η Γαλλίδα υπουργός Ντενορμαντί απέσυρε την πρόθεση να «υποχρεώνουν» τους αγρότες να συνταξιοδοτούνται στα 67 τους. Μετά από αυτή την ηλικία θα δικαιούνται μόνο τη γαλλική σύνταξη. Αν συνεχίσουν να εργάζονται δεν θα μπορούν να λαμβάνουν πλέον επιδοτήσεις από την ΚΑΠ της ΕΕ. Ωστόσο, από το γαλλικό εθνικό σχέδιο που κατέθεσαν στις Βρυξέλλες προκύπτει ότι η Ντενορμαντί αφήνει την επιλογή στον γηραιότερο αγρότη: είτε συνταξιοδότηση είτε επιδότηση της ΕΕ-ΚΑΠ.
Η γαλλική απογραφή γεωργίας δείχνει επίσης ότι ο αριθμός των γεωργικών επιχειρήσεων συνεχίζει να μειώνεται σημαντικά. Μεταξύ 2010 και 2020 χάθηκαν περίπου 100.000 αγροκτήματα. Ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων ζωικής παραγωγής μειώθηκε από το 2010 κατά 31% (-64.000). Ενώ ο αριθμός των ατόμων με μόνιμη απασχόληση σε αγροκτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις μειώθηκε σε 10 χρόνια κατά 12% (από 759.000 σε 583.000 μόνιμες πλήρους απασχόλησης θέσεις), το μερίδιο των εποχικών εργαζομένων αυξάνεται.
Λόγω του μεγέθους του h

