Για επιπλέον 289 εγκεκριμένες δραστικές ουσίες σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα, στη Γερμανία βρίσκεται σε εξέλιξη η υποχρεωτική αξιολόγηση των ορμονικών διαταρακτικών επιδράσεων. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν μπόρεσε να δώσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για αυτές τις αξιολογήσεις, όπως προκύπτει από την απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο.
Η έγκριση νέων (χημικών) μέσων στη γεωργία και στη βιομηχανία επεξεργασίας τροφίμων είναι προβληματική στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα κράτη μέλη της εδώ και χρόνια, εν μέρει επειδή αρκετές αρχές έχουν αρμοδιότητα επί του θέματος. Επιπλέον, πολλά από τα κράτη μέλη της ΕΕ δεν διαθέτουν την κατάλληλη ειδίκευση για την (επαν)αξιολόγηση διαφόρων χημικών και φυσικών δοκιμών και μελετών.
Η κοινοβουλευτική ομάδα του Die Linke στη Βουλή είχε ζητήσει ενημέρωση για την πρόοδο του πενταετούς σχεδίου του υπουργού BMEL, Cem Özdemir. Από την απάντησή του προκύπτει ότι και διάφορα ομοσπονδιακά υπουργεία αλλά και κρατιδιακά τμήματα έχουν αρμοδιότητα στη Γερμανία. Αυτό διαφέρει σε κάθε κράτος μέλος της ΕΕ. Επιπλέον, η ΕΕ έχει επίσης αρμοδιότητα σε θέματα υγείας λόγω της χρήσης χημικών ουσιών.
Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Ασφάλειας Τροφίμων (EFSA), κατά την 19η Δεκεμβρίου 2024, η ΕΕ έχει αξιολογήσει 134 δραστικές ουσίες σε φυτοπροστατευτικά ως προς τις ορμονικές διαταρακτικές τους επιδράσεις. Μέχρι στιγμής, 19 από αυτές έχουν χαρακτηριστεί ως «επιβλαβείς για την υγεία» και 8 ως «επιβλαβείς για το περιβάλλον» σε μη-στόχους οργανισμούς.
Η ανάγκη για δράση είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη, σύμφωνα με τις Βρυξέλλες. Οι ουσίες που βλάπτουν το ενδοκρινικό σύστημα βρίσκονται σε καθημερινά προϊόντα, όπως συσκευασίες τροφίμων και καλλυντικά. Αυτές οι ουσίες μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές ακόμη και σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις. Το κόστος για την υγεία από τα ορμονικά διαταρακτικά χημικά στην ΕΕ εκτιμήθηκε το 2016 σε περίπου 163 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.

