Το ολλανδικό Υπουργείο Άμυνας το 2014 προετοίμασε σχέδια για την αποστολή ενός λόχου βαριά οπλισμένων, έτοιμων στρατιωτών στην ανατολική Ουκρανία, όπου βρέθηκαν τα συντρίμμια του μαλαισιανού επιβατικού αεροσκάφους MH17 που καταρρίφθηκε.
Οι στρατιώτες θα έπρεπε να διασφαλίσουν την περιοχή της συντριβής, η οποία ελεγχόταν με ρωσική υποστήριξη από ουκρανούς αντάρτες. Ο κύριος στόχος της αποστολής ήταν η "επιστροφή" των 283 θυμάτων. Ανάμεσα στους επιβάτες της πτήσης από το Άμστερνταμ προς τη Σιγκαπούρη βρίσκονταν σχεδόν διακόσιοι Ολλανδοί.
Επίσης η Αυστραλία, από όπου προέρχονταν μερικές δεκάδες επιβάτες, ξεκίνησε αμέσως μετά το τραγικό γεγονός της 17ης Ιουνίου 2014 προετοιμασίες για την αποστολή δύναμης περίπου χιλίων στρατιωτών. Η τότε κυβέρνηση της Ουκρανίας, σύμφωνα με δηλώσεις ολλανδών αξιωματούχων, ήταν ενήμερη για αυτές τις στρατιωτικές προετοιμασίες.
Η είδηση των προετοιμασιών για ολλανδική στρατιωτική επιχείρηση δημοσιοποιήθηκε αυτή την εβδομάδα τόσο από τον προηγούμενο όσο και τον τωρινό διοικητή της Ολλανδικής Αεροκίνητης Ταξιαρχίας, το πλέον έτοιμο τμήμα των Ολλανδικών Ενόπλων Δυνάμεων. Πρόκειται για την πρώτη φορά που το Υπουργείο Άμυνας αναφέρει δημόσια την αποστολή. Πέρα από την επαναπατρισμό των θυμάτων, η Ολλανδία επιδίωκε επίσης να διασφαλίσει πιθανά αποδεικτικά στοιχεία για την έρευνα. Η επιχείρηση, σύμφωνα με τους δύο ολλανδούς στρατηγούς, θα εκτελούνταν σε συνεργασία με την κυβέρνηση της Ουκρανίας.
Οι προετοιμασίες για την επιχείρηση ξεκίνησαν ήδη την ημέρα της επίθεσης, την Κυριακή 17 Ιουλίου, όταν το MH17 καταρρίφθηκε με ρωσικό πύραυλο BUK σε ύψος άνω των επτά χιλιομέτρων. Η πίεση για «άμεση επέμβαση» στην Ολλανδία ενισχύθηκε μεταξύ άλλων διότι οι αντάρτες που ελέγχαν το ανατολικό τμήμα της Ουκρανίας αρχικά αρνούνταν να συνεργαστούν με τις ολλανδικές αρχές.
Η δεύτερη και τρίτη ημέρα μετά την επίθεση δημοσιογράφοι ανέφεραν εκτενώς ότι ουκρανοί αντάρτες κρύβαν περιουσιακά στοιχεία των νεκρών επιβατών και ότι τα πτώματα "πετάγονταν σε σιδηροδρομικά βαγόνια".
Ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας Μάρκ Ρούτε ανακοίνωσε αμέσως μετά την επίθεση ότι η πρώτη προτεραιότητα της Ολλανδίας ήταν η επιστροφή των θυμάτων, ενώ θα ακολουθούσαν η αναζήτηση και η δίωξη των υπεύθυνων και ότι οι συγγενείς θα πρέπει να βρουν ικανοποίηση. Είναι γνωστό ότι ο πρωθυπουργός Ρούτε είχε τότε προσωπική επικοινωνία με τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν, αλλά το περιεχόμενο της συνομιλίας αυτής δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα μέχρι σήμερα.
Ολλανδοί στρατιώτες που βρίσκονταν τότε σε άσκηση στην Πορτογαλία έλαβαν εντολή την Τετάρτη 20 Ιουλίου να επιστρέψουν αμέσως, υπό το βλέμμα μιας μη περαιτέρω προσδιορισμένης ξένης αποστολής. Δεν είναι επίσημο αν οι ρωσικές αρχές γνώριζαν τις ολλανδικές και αυστραλιανές στρατιωτικές προετοιμασίες, αλλά δεδομένης της κλίμακας και της διάρκειας αυτών είναι πιθανό.
Παρόλα αυτά, την Πέμπτη 21 Ιουλίου οι ουκρανοί αντάρτες ενημέρωσαν ότι θα παραδώσουν τα πτώματα, γεγονός που οδήγησε την Ολλανδία και την Αυστραλία να διακόψουν τις προετοιμασίες στρατιωτικής εκστρατείας. Λίγες μέρες αργότερα στο σημείο της συντριβής πήγαν μόνο ολλανδοί ιατροδικαστές και Στρατιωτική Αστυνομία. Κατά την αποστολή αυτή συλλέχθηκε και ιατροδικαστικό αποδεικτικό υλικό το οποίο ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί την επόμενη εβδομάδα στη δίκη των τεσσάρων υπόπτων για την επίθεση.
Ένας από τους τέσσερις υπόπτους είναι ο Ιγκόρ Γκίρκιν, πρώην ανώτερος αξιωματούχος της ρωσικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών GRU, που τότε λειτουργούσε ως υπουργός Άμυνας της αυτοανακηρυχθείσας δημοκρατίας του Ντόνετσκ από τους αντάρτες. Οι κατηγορίες θα αποκαλυφθούν την επόμενη εβδομάδα στο ολλανδικό δικαστήριο. Δεν είναι ακόμη γνωστό αν οι ολλανδικές αρχές είχαν τότε συζητήσει με τον Γκίρκιν για τη μεταφορά των πτωμάτων στην Ολλανδία.

