Η Lavie Bio, με έδρα στο Ρεχόβοτ του Ισραήλ, εστιάζει ιδιαίτερα στην ανάπτυξη βιολογικών λύσεων για την καταπολέμηση εντομολογικών εχθρών στις καλλιέργειες. Η Syngenta, με έδρα στη Βασιλεία, Ελβετία, είναι ένας σημαντικός παίκτης στον τομέα της φυτοπροστασίας και της τεχνολογίας σπόρων.
Η συνεργασία επιτρέπει και στις δύο εταιρείες να διευρύνουν το χαρτοφυλάκιο προϊόντων τους με βιο-εντομοκτόνα, δεδομένου ότι τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι αντιρρήσεις κατά της χρήσης χημικών ουσιών και φυτοφαρμάκων στη γεωργία και την παραγωγή τροφίμων.
Στόχος της συνεργασίας είναι η ανάπτυξη νέων βιο-εντομοκτόνων που θα είναι αποτελεσματικά ενάντια σε επιβλαβείς εντομολογικούς εχθρούς, ενώ ταυτόχρονα θα είναι ασφαλή για το περιβάλλον, θα προστατεύουν τα ωφέλιμα έντομα και θα συμμορφώνονται με τα αυστηρότερα περιβαλλοντικά πρότυπα ασφάλειας τροφίμων.
Η συνεργασία μεταξύ Lavie Bio και Syngenta έρχεται σε μια περίοδο που η ζήτηση για βιολογικά φυτοπροστατευτικά προϊόντα αυξάνεται ραγδαία. Οι καταναλωτές και οι ρυθμιστικές αρχές παγκοσμίως δείχνουν αυξανόμενη προτίμηση σε βιώσιμες γεωργικές πρακτικές και μειώνουν τη χρήση χημικών φυτοφαρμάκων.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν παρουσιαστεί σχέδια για τη μείωση κατά το ήμισυ της χρήσης λιπασμάτων στη γεωργία και, μακροπρόθεσμα, για την απαγόρευση της χρήσης χημικών φυτοφαρμάκων. Δεν υπάρχει ακόμη συμφωνία μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ και των πολιτικών ομάδων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ωστόσο γι’ αυτό τον λόγο αυξάνεται η πίεση για την έγκριση περιβαλλοντικά και κλιματικά φιλικών («φυσικών, πράσινων») μέσων.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων (FAO), τα έντομα αποτελούν παγκόσμια μεγάλη πρόκληση για τα φυτά και τις καλλιέργειες. Οι ζημιές που προκαλούνται κοστίζουν στην παγκόσμια οικονομία περίπου 70 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Οι ειδικοί προβλέπουν ότι αυτές οι απώλειες θα επιδεινωθούν καθώς η υπερθέρμανση του πλανήτη αυξάνει την εξάπλωση των εντόμων και την αντίστασή τους στα διαθέσιμα εντομοκτόνα.
Η συνεργασία μεταξύ Lavie Bio και Syngenta παρακολουθείται στενά από τους ενδιαφερόμενους στον αγροτικό τομέα και θεωρείται μια νέα εξέλιξη που ανοίγει το δρόμο για βιώσιμη φυτοπροστασία.

