Στη Σύνοδο Κορυφής του ΟΗΕ για το Κλίμα στη Μαδρίτη επικρατεί απαισιόδοξη ατμόσφαιρα μετά από σχεδόν δύο εβδομάδες διαπραγματεύσεων, καθώς δεν έχει υπάρξει συμφωνία για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Οι οικονομικά ισχυρές χώρες αρνούνται να παραχωρήσουν τα παλιά δικαιώματα εκπομπών που έχουν ήδη, ενώ η χρηματοδότηση της νέας πολιτικής για το κλίμα παραμένει ακόμα ανοιχτό ζήτημα.
Όπως και σε πολλές προηγούμενες κλιματικές διασκέψεις, χρειάζονται παρατάσεις για να επιτευχθεί συμφωνία. Η συζήτηση έχει παγώσει στο άρθρο 6 της συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα (2015). Το σημείο αυτό προβλέπει την εισαγωγή μηχανισμών αγοράς για το εμπόριο εκπομπών, τα «δικαιώματα ατμοσφαιρικής ρύπανσης» όπως τα αποκαλεί το περιβαλλοντικό κίνημα. Και στη Σύνοδο COP24 πέρυσι στο Κατοβίτσε της Πολωνίας δεν καταλήχθηκαν κανόνες για ένα τέτοιο παγκόσμιο εμπόριο άνθρακα.
Υπάρχουν επίσης διαφορετικές απόψεις σχετικά με τις κλιματικές φιλοδοξίες. Διάφορα μέρη, με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ευάλωτες χώρες να ηγούνται, ζητούν σαφή κάλεσμα για αύξηση των στόχων μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου το 2020. Ωστόσο, άλλες χώρες βάζουν «φρένο» σε αυτή την προοπτική. Ένας από τους υποστηρικτές του διεθνούς αυτού εμπορίου, ο Ολλανδός ευρωβουλευτής Bas Eickhout (Πράσινοι Αριστερά), υποστήριξε αυστηρότερα κριτήρια για μεγαλύτερη αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη.
Οι μέχρι τώρα συμφωνίες είναι σαφώς ασύμβατες με τον στόχο της συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα. Οι χώρες είχαν συμφωνήσει τότε να περιορίσουν την υπερθέρμανση της Γης στους 2 βαθμούς, και κατά προτίμηση στους 1,5 βαθμό. Με τον τρέχοντα ρυθμό ρύπανσης και τις παγκόσμιες συμφωνίες, η αύξηση καταλήγει στους 3 βαθμούς ως το τέλος αυτού του αιώνα.
Στη σύνοδο της Μαδρίτης έχει αναπτυχθεί διαφωνία επί αυτού. Πολλές χώρες θεωρούν ότι το τελικό κείμενο που προετοίμασε η διοργανώτρια Χιλή είναι πολύ επιεικές. Μεταξύ αυτών η Ευρωπαϊκή Ένωση και μια ομάδα μικρών νησιωτικών κρατών ζητούν την απομάκρυνση των παλιών δικαιωμάτων από το εμπόριο, καθώς πολλές χώρες διαθέτουν τώρα πολύ μεγάλη χωρητικότητα εκπομπών
και μπορούν να αγοράζουν επιπλέον δικαιώματα σε πολύ χαμηλή τιμή. Αυτό δεν αποτελεί αρκετό κίνητρο για τέτοιες ρυπογόνες χώρες να μειώσουν οι ίδιες τις εκπομπές τους.
Αντίθετες απόψεις εκφράζουν μεταξύ άλλων η Βραζιλία και η Ρωσία, που ζητούν οικονομική υποστήριξη για την ακύρωση των πλεονάζοντων δικαιωμάτων εκπομπών, καθώς και η Αυστραλία, που επιθυμεί να συνεχίσει να αγοράζει φθηνά δικαιώματα. Ιδιαίτερα οι χώρες με ισχυρή οικονομία είναι αντίθετες σε μεγάλες αλλαγές για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Η πλειοψηφία των αντιπροσώπων θέλει αντίθετα συμφωνίες για λιγότερη ατμοσφαιρική ρύπανση και τάσσεται υπέρ πιο φιλόδοξου τελικού κειμένου.

