Την τελευταία δεκαετία, ο αριθμός των αγροκτημάτων στη Γερμανία μειώθηκε κατά 12%, αλλά η μείωση αυτή επιβραδύνθηκε τα τελευταία χρόνια. Ιδιαίτερα οι χοιροτροφικές μονάδες επηρεάστηκαν σοβαρά. Αυτό προκύπτει από προκαταρκτικά αποτελέσματα της απογραφής γεωργίας του 2020 από το Ομοσπονδιακό Γραφείο Στατιστικής (Destatis).
Η γεωργική γη παρέμεινε κατά μεγάλο μέρος σταθερή μεταξύ 2010 και 2020 και μειώθηκε μόνο κατά 1% φτάνοντας τα 16,6 εκατομμύρια στρέμματα. Επίσης, ο τύπος κύριας χρήσης παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος: η καλλιεργήσιμη γη αντιπροσώπευε το 70% της έκτασης, οι μόνιμοι βοσκότοποι το 29% και οι μόνιμες καλλιέργειες το 1%.
Σύμφωνα με το Destatis, ο αριθμός των αγροκτημάτων με περισσότερα από 100 εκτάρια αυξήθηκε σημαντικά σε περίπου 38.100, σε βάρος των μικρών γεωργικών επιχειρήσεων. Η συγκέντρωση συνεχίστηκε και στον τομέα της εκτροφής. Το ομοσπονδιακό γραφείο αναφέρει ότι πλέον εκτρέφονται ζώα σε 167.900 επιχειρήσεις· 9 ποσοστιαίες μονάδες λιγότερες από πριν δέκα χρόνια.
Αυτή η εξέλιξη ήταν ιδιαίτερα εμφανής στη χοιροτροφία. Ο αριθμός των επιχειρήσεων με χοίρους μειώθηκε κατά 47% στην τελευταία δεκαετία φτάνοντας τις 32.100, ενώ το ζωικό κεφάλαιο χοίρων μειώθηκε μόνο κατά 4% την ίδια περίοδο φτάνοντας τα 26,6 εκατομμύρια ζώα.
Στην περίπτωση των βοοειδών καταγράφηκαν περίπου 11,3 εκατομμύρια ζώα. Σύμφωνα με την έρευνα, ο αριθμός των επιχειρήσεων με ζώα έχει μειωθεί κατά το ένα τέταρτο από το 2010, ενώ ο αριθμός των ζώων μόνο κατά το ένα δέκατο.
Η συγκέντρωση ήταν ιδιαίτερα ισχυρή στους Γερμανούς παραγωγούς γάλακτος. Ο αριθμός τους μειώθηκε κατά 40% σε 54.100 επιχειρήσεις, ενώ το ζωικό δυναμικό γαλακτοπαραγωγής μειώθηκε μόλις κατά 5% φτάνοντας τα 4,0 εκατομμύρια ζώα. Η δομική αλλαγή στην πτηνοτροφία ήταν λιγότερο έντονη.
Η βιολογική γεωργία έχει γίνει όλο και πιο σημαντική στη Γερμανία. Το 2020, σύμφωνα με το Destatis, περίπου 26.400 αγροκτήματα εργάστηκαν με βιολογικά κριτήρια· δηλαδή 9.900 ή 60% περισσότερα από δέκα χρόνια νωρίτερα. Σε σχέση με τη γεωργία συνολικά, το ποσοστό αυξήθηκε κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες φτάνοντας το 10% των γεωργικών επιχειρήσεων.

