Η Bunge, ένας από τους τέσσερις μεγαλύτερους παίκτες στο παγκόσμιο εμπόριο γεωργικών προϊόντων, είναι γνωστή ως το «Β» στο τετράπτυχο ABCD των κυρίαρχων εμπόρων πρώτων υλών, μαζί με τις Archer-Daniels-Midland (ADM), Cargill και Louis Dreyfus. Αυτές οι τέσσερις εταιρείες έχουν ισχυρό έλεγχο στην παγκόσμια αγορά γεωργικών προϊόντων.
Η Viterra, η οποία πέρυσι δεν είχε καταφέρει να εμφανίσει κέρδη 141 εκατομμυρίων δολαρίων, είδε τα έσοδά της το πρώτο εξάμηνο του 2024 να μειώνονται στο μισό, στα 70 εκατομμύρια δολάρια. Παρ’ όλα αυτά, η εταιρεία παραμένει ελκυστική λόγω του παγκόσμιου δικτύου της και των δραστηριοτήτων της στο εμπόριο, την αποθήκευση και τη μεταποίηση σιτηρών και ελαιοκάρπων. Με την εξαγορά, η Bunge θα ενισχύσει την παγκόσμια παρουσία της, ειδικά σε αγορές όπου είναι ακόμη υποεκπροσωπούμενη.
Τα οικονομικά οφέλη της εξαγοράς είναι επίσης σημαντικά. Η Bunge εκτιμά ότι θα επιτύχει ετησίως περίπου 250 εκατομμύρια δολάρια από συνέργειες. Επιπλέον, η εταιρεία εξασφαλίζει σταθερές ταμειακές ροές μέσω της μεγαλύτερης ποικιλίας δραστηριοτήτων της, κάτι που βοηθά στην καλύτερη αντιμετώπιση της μεταβλητότητας στις αγροτικές αγορές.
Η ολοκλήρωση της συμφωνίας εξαρτάται ακόμα από την έγκριση των εποπτικών αρχών σε διάφορες αγορές, αλλά θεωρείται ευρέως ως σημαντικό στρατηγικό βήμα και για τις δύο εταιρείες. Μόλις η συμφωνία ολοκληρωθεί, οι μέτοχοι της Viterra θα κατέχουν περίπου το 30% της νέας εταιρείας.
Η εξαγορά πραγματοποιείται σε μια περίοδο που ο γεωργικός τομέας παγκοσμίως αντιμετωπίζει αυξανόμενες προκλήσεις στον τομέα της επισιτιστικής ασφάλειας και της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Αυτή η ενοποίηση θεωρείται ένα βήμα για καλύτερη αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων και για περαιτέρω ενίσχυση της θέσης και των δύο εταιρειών στο διεθνές εμπόριο.

