Η υδατοκαλλιέργεια αποτελεί σημαντικό μέρος της στρατηγικής της ΕΕ για την «μπλε οικονομία». Σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, συμβάλλει στην επισιτιστική ασφάλεια και προωθείται μέσω της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας ως πηγή πρωτεϊνών με χαμηλότερο αποτύπωμα άνθρακα.
Η υδατοκαλλιέργεια περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την εκτροφή ψαριών, οστρακοειδών, φυκών και άλλων υδρόβιων οργανισμών. Η εκτροφή γίνεται σε θαλάσσια, υφάλμυρα ή εσωτερικά ύδατα, καθώς και επιχειρηματικά σε δεξαμενές με συστήματα επανακυκλοφορίας νερού.
Το 2020, η συνολική παραγωγή υδατοκαλλιέργειας στην ΕΕ ήταν 1,1 εκατομμύριο τόνοι, λιγότερο από το 1% του παγκόσμιου συνόλου. Η Ισπανία, η Γαλλία, η Ελλάδα και η Ιταλία είναι οι κύριες χώρες παραγωγής υδατοκαλλιέργειας στην ΕΕ. Μαζί αντιπροσωπεύουν περίπου τα δύο τρίτα της συνολικής παραγωγής της ΕΕ.
Με ευρεία οικονομική στήριξη από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας, οι χώρες της ΕΕ μπόρεσαν να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητα της υδατοκαλλιέργειας μακροπρόθεσμα και να επιτύχουν οικονομικά οφέλη. Ωστόσο, τα αποτελέσματα καθυστερούν και, σύμφωνα με τον Ελεγκτικό Μηχανισμό, δεν μπορούν ακόμη να μετρηθούν αξιόπιστα.
«Την τελευταία πενταετία, η ΕΕ άπλωσε τα δίχτυα της σε μεγάλο μέρος του τομέα της υδατοκαλλιέργειας, καθώς αυτός αποτελεί σημαντικό κομμάτι της στρατηγικής της για την μπλε οικονομία. Δυστυχώς όμως δεν κατάφερε να τα πιάσει», δήλωσε ο Νικόλαος Μιλιώνης, το μέλος του ΕΕΣ που ηγήθηκε του ελέγχου.
Παρά το γεγονός ότι για την περίοδο 2014-2020 διατέθηκαν 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ, οι ελεγκτές παρατηρούν ότι η συνολική παραγωγή υδατοκαλλιέργειας στην ΕΕ έχει «παγώσει». Στην Ιταλία και τη Γαλλία (τους δύο μεγαλύτερους παραγωγούς υδατοκαλλιέργειας) μάλιστα η παραγωγή έχει μειωθεί. Ο αριθμός των επιχειρήσεων υδατοκαλλιέργειας μειώνεται, όπως και ο αριθμός των εργαζομένων στον τομέα μεταξύ 2014 και 2020.

