Οι εμπορικές συμφωνίες που υπέγραψε η Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία χρόνια έχουν ευνοϊκό αντίκτυπο στην οικονομία, και ιδιαιτέρως στη γεωργία. Αυτό προκύπτει από μία πρόσφατη ενημέρωση παλαιότερης έρευνας της ΕΕ του 2016.
Η ευρωπαϊκή εμπορική πολιτική θα έχει θετικό αποτέλεσμα στον αγροδιατροφικό τομέα της ΕΕ μέσω 12 διεθνών εμπορικών συμφωνιών, όπως αναφέρεται.
Η μελέτη αφορά συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου (FTA) που έχουν πρόσφατα υπογραφεί, καθώς και εμπορικές συμφωνίες που βρίσκονται ακόμη υπό την εξέταση της ΕΕ. Ενώ οι εμπορικοί εταίροι αποκτούν πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ, η εξαγωγή της ΕΕ μπορεί επίσης να αυξηθεί σημαντικά, όπως δηλώνει η μελέτη.
Η εξαγωγή γεωργικών προϊόντων της ΕΕ προς τους 12 εταίρους στους οποίους ισχύουν οι συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου θα αυξηθεί κατά 25% (συντηρητικό σενάριο) έως 29% (φιλόδοξο σενάριο), ενώ η εισαγωγή θα αυξηθεί κατά 10% (συντηρητικό) έως 13% (φιλόδοξο).
Αυτό αντιστοιχεί σε αύξηση 4,7 δισεκατομμυρίων ευρώ (συντηρητικό) έως 5,5 δισεκατομμυρίων ευρώ (φιλόδοξο) στις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων και τροφίμων, και αύξηση εισαγωγών γεωργικών προϊόντων και τροφίμων από 3,7 δισεκατομμύρια ευρώ (συντηρητικό) έως 4,7 δισεκατομμύρια ευρώ (φιλόδοξο).
Τα τελευταία χρόνια σε αρκετές χώρες της ΕΕ υπάρχει αυξανόμενη κριτική στις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου τις οποίες η ΕΕ έχει συνάψει με εμπορικούς συνασπισμούς. Πρόσφατα, συμφωνίες με την Ινδονησία και το Μερκοσούρ δέχθηκαν έντονη κριτική. Η κριτική αυτή προέρχεται τόσο από περιβαλλοντικές οργανώσεις όσο και από αγροτικούς συνδικαλιστικούς φορείς.
Κίνημα για το περιβάλλον ζητά από την ΕΕ να θέσει πολύ αυστηρότερα περιβαλλοντικά κριτήρια στους μελλοντικούς εμπορικούς εταίρους. Οι αγροτικές οργανώσεις αντιτίθενται στην εισαγωγή φθηνότερων ανταγωνιστικών προϊόντων και τροφίμων.
Κατά την παρουσίαση της νέας μελέτης στις Βρυξέλλες φάνηκε και πάλι ότι πολλοί ευρωβουλευτές είναι αντίθετοι σε υπερβολικά ευρείες εμπορικές συμφωνίες. Πολύς αριθμός μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εξέφρασε κριτική για τις αρνητικές συνέπειες των νέων εμπορικών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένης αυτής με το Μερκοσούρ. Πολλοί ευρωβουλευτές ζήτησαν μια δικαιότερη κατανομή των κονδυλίων της ΕΕ τόσο εντός όσο και μεταξύ των κρατών μελών.
Ο Επίτροπος Εμπορίου Βαλντίς Ντομπρόβσκις απάντησε σε αυτές τις επικρίσεις ότι η στήριξη του αγροδιατροφικού τομέα θα παραμείνει σημαντικό μέρος της εμπορικής πολιτικής της ΕΕ, είτε πρόκειται για το άνοιγμα της αγοράς, την προστασία παραδοσιακών ευρωπαϊκών προϊόντων τροφίμων είτε την αντιμετώπιση του ντάμπινγκ ή άλλων μορφών αθέμιτου εμπορίου.
Ο Επίτροπος Γεωργίας Γιανούς Βοϊτσιέχωφσκι τόνισε επίσης ότι «η φιλόδοξη εμπορική ατζέντα μας βοηθά τους ευρωπαίους αγρότες και παραγωγούς τροφίμων να αξιοποιήσουν πλήρως τις ευκαιρίες στο εξωτερικό, ενώ παράλληλα διασφαλίζουμε ότι υπάρχουν αρκετές εγγυήσεις για τους πιο ευάλωτους τομείς».

