Μια νέα επιστημονική ιρλανδο-ολλανδική μελέτη τονίζει ότι κυρίως οι συνεταιρισμοί κατέχουν «υψηλό μερίδιο αγοράς» άνω του 50% στις σκανδιναβικές χώρες, καθώς και στην Ιρλανδία, την Ολλανδία, τη Γαλλία και την Αυστρία. Αυτή η μεγάλη ομάδα παραγωγών γάλακτος μπορεί να αντέξει τις διακυμάνσεις των τιμών στις ευρωπαϊκές και διεθνείς αγορές γαλακτοκομικών προϊόντων.
Αναμένεται ότι κυρίως οι μικρές επιχειρήσεις θα αντιμετωπίσουν δυσκολίες τα επόμενα χρόνια. Η μελέτη εκπονήθηκε από επιστήμονες του ιρλανδικού γεωργικού ινστιτούτου Teagasc και τον δρ. μηχανικό Roel Jongeneel από το Wageningen University & Research (WUR).
Η έκθεση της μελέτης συντάχθηκε για την Επιτροπή Γεωργίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εξετάζει όχι μόνο την εξέλιξη της κτηνοτροφίας γάλακτος τα τελευταία χρόνια έως σήμερα, αλλά και προτείνει συστάσεις για τα επόμενα έτη. Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται ότι ο αριθμός των γαλακτοπαραγωγικών εκμεταλλεύσεων στα κράτη-μέλη της ΕΕ αυξήθηκε με την ένταξη νέων κρατών, ενώ η συνολική παραγωγή αυξήθηκε μετά την κατάργηση των ποσοστώσεων γάλακτος.
Ωστόσο, ο γαλακτοκομικός τομέας σε ολόκληρη την Ευρώπη έχει υποστεί κατά τις τελευταίες είκοσι χρόνια μια σειρά «δομικών» αλλαγών, όπως: σημαντική μείωση του αριθμού των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων, γενική αύξηση του μέσου μεγέθους τους και παρατεταμένη μείωση του αριθμού των γαλακτοφόρων αγελάδων. Σε ορισμένες χώρες της ΕΕ η ανάπτυξη του κλάδου παραμένει σε μεγάλο βαθμό καθυστερημένη, όπως αποκαλύπτουν τα νέα στοιχεία.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η περιβαλλοντική πολιτική – τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε επίπεδο κρατών μελών – «ασκεί ολοένα και μεγαλύτερη επίδραση» στον γαλακτοκομικό τομέα. «Η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και η βελτίωση της ποιότητας του νερού επηρεάζουν όλο και πιο έντονα τον κλάδο γαλακτοκομίας στην ΕΕ και σε ορισμένα κράτη μέλη έχουν γίνει εξίσου σημαντικά, αν όχι σημαντικότερα από την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ). Τέτοιου είδους υποχρεώσεις απειλούν να μπερδέψουν, να αποξενώσουν και να αποθαρρύνουν τους αγρότες», αναφέρουν οι συγγραφείς.
Με Blick στο μέλλον, επισημαίνεται ότι ο τομέας της γαλακτοπαραγωγής θα εξακολουθήσει να χρειάζεται οικονομική στήριξη από την κοινή γεωργική πολιτική της ΕΕ (ΚΑΠ), και ότι η ΕΕ πρέπει να προσφέρει «εργαλεία και κίνητρα» (δηλαδή χρηματικές αποζημιώσεις) για τη μείωση της υπερβολικής χρήσης λιπασμάτων και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Μάλιστα, προτείνεται ακόμη και η εισαγωγή ενός είδους φορολογίας CO2 και ενός συστήματος ανταλλαγής δικαιωμάτων αζώτου, παρόμοιο με το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής που εφαρμόζεται στις μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις.
Ήδη σε διοικητικούς και πολιτικούς κύκλους της ΕΕ διεξάγονται οι πρώτες προκαταρκτικές συζητήσεις και προετοιμάζονται σχέδια για μια νέα κοινή γεωργική πολιτική για την περίοδο 2025-2030. Μετά τις ευρωεκλογές του Ιουνίου, το νέο Ευρωκοινοβούλιο θα πρέπει να σχηματίσει νέες συνασπιστικές συμφωνίες, οι οποίες από το 2025 θα υλοποιούνται από μια νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

