Τους πρώτους έντεκα μήνες της περασμένης χρονιάς, τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ εξήγαγαν ελαφρώς περισσότερα γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα, αξίας 168,5 δισεκατομμυρίων ευρώ. Με αυτόν τον τρόπο, το εμπορικό πλεόνασμα στον αγροτικό τομέα ανήλθε σε 56,2 δισεκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 2%.
Η Κίνα παρέμεινε η σημαντικότερη αναδυόμενη αγορά για τις εξαγωγές της ΕΕ σε γεωργικά και τρόφιμα. Η ζήτηση για χοιρινό κρέας, σιτάρι και παιδικές τροφές συνέβαλε σε αύξηση της συνολικής αξίας εξαγωγών κατά 3,71 δισεκατομμύρια ευρώ.
Τα δημητριακά και τα γαλακτοκομικά προϊόντα αύξησαν την αξία των εξαγωγών προς τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, ιδιαίτερα προς τη Σαουδική Αραβία (+577 εκατομμύρια ευρώ), την Αλγερία (+444 εκατομμύρια ευρώ) και το Μαρόκο (+412 εκατομμύρια ευρώ).
Αντιθέτως, η αξία των εξαγωγών της ΕΕ προς τις ΗΠΑ μειώθηκε κατά 496 εκατομμύρια ευρώ, με κυρίως αντικείμενο τα αποστάγματα και το κρασί. Επιπλέον, η αξία των εξαγωγών προς τη Σιγκαπούρη (-357 εκατομμύρια ευρώ) και την Ιαπωνία (-307 εκατομμύρια ευρώ) παρουσίασε επίσης πτώση.
Οι εξαγωγές της ΕΕ προς το Ηνωμένο Βασίλειο παρουσίασαν, αντίθετα, μια μικρή αύξηση 15 εκατομμυρίων ευρώ σε σύγκριση με την ίδια περίοδο πέρυσι. Κυρίως ωφελήθηκαν οι εξαγωγές σιταριού, ζυμαρικών και αρτοσκευασμάτων, ενώ οι πωλήσεις κρασιού, αποσταγμάτων και λικέρ, καθώς και ορνίθινων, μειώθηκαν.
Ο Καναδάς παρέμεινε μια αυξανόμενη πηγή εισαγωγών γεωργικών προϊόντων και τροφίμων για την ΕΕ, με αύξηση 854 εκατομμυρίων ευρώ, κυρίως χάρη στο λάδι ελαιοκράμβης και το σκληρό σιτάρι.
Οι εισαγωγές από τη Βραζιλία αυξήθηκαν κατά 618 εκατομμύρια ευρώ, κυρίως λόγω της σόγιας, ενώ το φοινικέλαιο οδήγησε σε μεγαλύτερες εισαγωγές από την Ινδονησία (+587 εκατομμύρια ευρώ) και τη Μαλαισία (+490 εκατομμύρια ευρώ). Αντιθέτως, η αξία των εισαγωγών από την Ουκρανία (-806 εκατομμύρια ευρώ), τις ΗΠΑ (-698 εκατομμύρια ευρώ) και την Ινδία (-244 εκατομμύρια ευρώ) παρουσίασε μείωση.

