Οι διαπραγματευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των χωρών της ΕΕ συμφώνησαν για μια νέα ευρωπαϊκή οδηγία σχετικά με τους κατώτατους μισθούς. Η εν λόγω οδηγία δεν επιβάλλει οικονομικές υποχρεώσεις στις επιχειρήσεις. Ωστόσο, εισάγει αυστηρότερες διαδικασίες για τις χώρες της ΕΕ προκειμένου να συνδέουν το ύψος του κατώτατου μισθού με τους μέσους όρους τους και με το συνολικό μισθολογικό κόστος.
Τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη πρέπει να αξιολογούν κατά πόσο οι κατώτατοι μισθοί τους είναι επαρκείς, για παράδειγμα σε σχέση με το διεθνές πρότυπο τουλάχιστον 50% του μέσου ακαθάριστου μισθού και 60% του αποκαλούμενου διάμεσου ακαθάριστου μισθού. Περισσότερες από είκοσι ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ολλανδία, δεν πληρούν αυτό το πρότυπο. «Ένα σαφές μήνυμα από την Ευρώπη ότι η Ολλανδία πρέπει να αυξήσει τους κατώτατους ωριαίους μισθούς στα 14 ευρώ», υπογράμμισε η κύρια διαπραγματεύτρια από την Ολλανδία, Agnes Jongerius.
Κατόπιν πιέσεων από τη Σουηδία και τη Δανία, προστέθηκε τελευταία στιγμή ένα συµβιβαστικό κείμενο που λέει ότι πρόκειται για ελάχιστες συμφωνίες κάτω από τις οποίες τα κράτη μπορούν να βρίσκονται υψηλότερα. Και οι δύο χώρες δεν ήθελαν να διατρέξουν τον κίνδυνο να πρέπει να μειώσουν τα συλλογικά κοινωνικά τους πρότυπα.
Επιπλέον, εδραιώνονται τα δικαιώματα των συνδικάτων: τα κράτη μέλη της ΕΕ πρέπει να παρεμβαίνουν – ακόμη και προληπτικά – όταν οι εργαζόμενοι και οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι υπόκεινται σε πιέσεις ή απειλές από εργοδότες. Η Agnes Jongerius δήλωσε: «Μαζί είμαστε πιο δυνατοί. Και μια συλλογική σύμβαση εργασίας με καλούς όρους εργασίας είναι ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπιστεί η φτώχεια μεταξύ των εργαζομένων. Πρόκειται πραγματικά για μια τομή σε σχέση με την Ευρώπη μετά την τραπεζική κρίση· από εδώ και στο εξής ωθούμε τους μισθούς προς τα πάνω!»
Ο επίτροπος της ΕΕ Nicolas Schmidt (Κοινωνικά Θέματα) εμφανίστηκε ικανοποιημένος με την πρόχειρη πολιτική συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ των υπουργών Κοινωνικών Υποθέσεων και των διαπραγματευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η νέα οδηγία δεν επιβάλλει υποχρεώσεις, αλλά δημιουργεί ένα πλαίσιο για εθνικές διαπραγματεύσεις και διαδικασίες όπου έχουν οριστεί ευρωπαϊκά κατώτατα όρια. Τον Ιούλιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα ψηφίσει τη συμφωνία και οι χώρες της ΕΕ πρέπει επίσης να δώσουν οριστική έγκριση στις 16 Ιουνίου.
Σύμφωνα με τη νέα οδηγία, τουλάχιστον το 80 τοις εκατό των εργαζομένων σε μια χώρα της ΕΕ πρέπει να καλύπτονται από συλλογικές (ΣΣΕ) διαπραγματεύσεις μισθών. Εάν αυτό δεν ισχύει, η χώρα οφείλει να υποβάλει έκθεση στις Βρυξέλλες. Ως εκ τούτου, αναμένεται να χρειαστούν και εθνικές συλλογικές συμφωνίες για διανομείς πακέτων, εργαζόμενους στη συγκομιδή σπαραγγιών, συλλέκτες βολβών και εποχιακούς αγροτικούς εργάτες.
Εκτιμάται ότι ο μισθός περίπου 25 εκατομμυρίων εργαζομένων θα αυξηθεί χάρη σε αυτή τη νομοθεσία. Ο κατώτατος μισθός δεν θα είναι ο ίδιος παντού, αλλά τα κράτη υποχρεούνται να προωθούν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Για αυτό προτείνεται να λαμβάνουν υπόψη ένα βασικό πακέτο αγαθών και υπηρεσιών.
Επίσης η Ολλανδή ευρωβουλευτής των Πρασίνων, Kim van Sparrentak, είναι ικανοποιημένη με αυτή τη σημαντική εξέλιξη: «Για πολύ καιρό η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει παραμελήσει τους εργαζόμενους με τους χαμηλότερους μισθούς. Αυτός ο νόμος αποδεικνύει ότι μια πιο κοινωνική Ευρώπη είναι εφικτή αν υπάρχει πολιτική βούληση. Τώρα που πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν δυσκολίες να τα βγάλουν πέρα, πρέπει να μεταφράσουμε αυτή τη συμφωνία το συντομότερο σε αυξήσεις μισθών.»
Στη συμφωνία περιλήφθηκε και η πρόταση της Van Sparrentak να λαμβάνεται υπόψη, κατά τον καθορισμό του κατώτατου μισθού, το κλείσιμο του μισθολογικού χάσματος μεταξύ ανδρών και γυναικών: «Είναι κυρίως γυναίκες που εργάζονται σε χαμηλόμισθες θέσεις. Επενδύοντας σε αυτό μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ακόμη πιο γρήγορα αυτή την ανισότητα εισοδήματος.»

