Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Γεωργίας Janus Wojciechowski δήλωσε ότι για τις περισσότερες μικρές και μεσαίες γεωργικές επιχειρήσεις, η μετάβαση στη βιολογική γεωργία μπορεί να αποτελέσει την τελευταία λύση.
Ειδικά τώρα που λόγω του ρωσικού πολέμου κατά της Ουκρανίας η ενέργεια και τα τεχνητά λιπάσματα γίνονται όλο και πιο ακριβά, η μετάβαση σε γεωργία χωρίς χημικά μέσα γίνεται όλο και πιο λογική, ανέφερε ο Wojciechowski την Τρίτη στο Στρασβούργο σε Γάλλους, Φλαμανδούς και Ολλανδούς δημοσιογράφους γεωργίας.
Για δεκάδες χιλιάδες οικογενειακές επιχειρήσεις, κυρίως στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη, το «βιολογικό» αναμένεται να είναι η μόνη δυνατότητα επιβίωσης ως γεωργική εκμετάλλευση, σύμφωνα με τον Wojciechowski. Αναφέρεται στα τελευταία είκοσι χρόνια, όπου ο αριθμός των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων μειώνεται σταθερά σε όλες τις χώρες της ΕΕ. Κατά την περίοδο αυτή εξαφανίστηκαν στην ΕΕ 4 εκατομμύρια μικρές γεωργικές επιχειρήσεις.
Υποστηρικτές και αντίπαλοι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμφώνησαν την Τρίτη στο Στρασβούργο ότι δεν μπορεί να υπάρχει ένα ενιαίο πακέτο γεωργίας που να ισχύει για όλα τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ. Οι γεωγραφικές διαφορές και οι τύποι τοπίου είναι πολύ μεγάλες, ενώ υπάρχουν επίσης μεγάλες διαφορές στην κατανάλωση, την αγοραστική δύναμη και τη συμπεριφορά δαπανών.
Για παράδειγμα, ένας κάτοικος της Πολωνίας δαπανά κατά μέσο όρο 4 ευρώ ετησίως για βιολογικά τρόφιμα, ενώ στη Δανία 300 ευρώ. Το μέγεθος μιας μέσης γεωργικής εκμετάλλευσης στη Γαλλία, τη Γερμανία ή την Ιταλία είναι δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερο από ό,τι στη Μάλτα ή την Κύπρο. Σχεδόν κάθε ολλανδικό ή δανέζικο χωριό έχει τουλάχιστον ένα κατάστημα με βιολογικά προϊόντα, ενώ στην Πολωνία γίνεται να χρειαστείς να διανύσεις 80 χιλιόμετρα για να βρεις ένα τέτοιο κατάστημα.
Ο Wojciechowski αντέδρασε ικανοποιημένος και συμφωνώντας με την έκθεση που υιοθέτησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την Τρίτη σχετικά με το σχέδιο 25 σημείων του. Τον Μάρτιο του προηγούμενου έτους παρουσίασε το σχέδιο δράσης της ΕΕ για την ανάπτυξη της βιολογικής παραγωγής, το οποίο είχε ήδη ανακοινωθεί στη στρατηγική «από τον παραγωγό στον καταναλωτή» και στη στρατηγική για τη βιοποικιλότητα.
Αυτές οι στρατηγικές αποτελούν μέρος της αποδεκτής από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, αλλά είναι αμφιλεγόμενες στους γεωργικούς κύκλους λόγω των πολλών κλιματικών και περιβαλλοντικών πτυχών που εμπεριέχουν. Επιπλέον, κατά πολλούς δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι γεωργικές πρακτικές στην αγροτική αυλή. Ο Wojciechowski θεωρεί την τρέχουσα γεωργική πολιτική ως μια καλή συμβιβαστική λύση μεταξύ οικολογικών φορέων και αγροτών, όπως ανέφερε στην ανάλυσή του.
Η Αυστριακή ευρωβουλευτής Simone Schmiedtbauer, ως εισηγήτρια της επιτροπής γεωργίας, συνέταξε τους τελευταίους μήνες μια φιλική προς τους αγρότες εκδοχή του βιολογικού σχεδίου του Wojciechowski. Στην έκθεσή της υποστηρίζεται και τονίζεται η σημασία της «μετάβασης στη βιολογική γεωργία», αλλά ταυτόχρονα εγκαταλείπεται ο «στόχος» του 25% βιολογικής γεωργίας (που δεν αναφέρεται καν!).
Ο Ολλανδός ευρωβουλευτής Mohammed Chahim (PvdA) σχολίασε σχετικά: «Είναι σημαντικό να κάνουμε τη γεωργία πιο βιώσιμη και να αφιερωθεί σημαντικό μέρος των γεωργικών εκτάσεων στη βιολογική, οργανική γεωργία. Αυτό δεν είναι μόνο καλύτερο για το περιβάλλον αλλά και για την ευημερία των ζώων.»
Οι «United Left» και οι Πράσινοι προσπάθησαν μέσω τροπολογίας να εισαγάγουν τον στόχο του 25% βιολογικής γεωργίας έως το 2030 στο κείμενο, αλλά δεν συγκέντρωσαν πλειοψηφία. Το Ευρωκοινοβούλιο ενέκρινε με μεγάλη πλειοψηφία την «πιο ουσιαστική» και «φιλική προς τους αγρότες» εκδοχή του Schmiedtbauer της «ακατέργαστης» εκδοχής του Wojciechowski για το βιολογικό σχέδιο δράσης.

