Οι ευρωβουλευτές επιθυμούν επίσης η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει αν πρέπει να δημιουργηθεί ένας κοινός μηχανισμός αγοράς λιπασμάτων.
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022, οι τιμές των τεχνητών λιπασμάτων και της ενέργειας αυξήθηκαν σημαντικά, με συνέπειες στις τιμές των τροφίμων. Οι τιμές των αζωτούχων λιπασμάτων αυξήθηκαν κατά 149% τον Σεπτέμβριο του 2022, ενώ οι μεγαλύτεροι κατασκευαστές τεχνητών λιπασμάτων κατέγραψαν ρεκόρ κερδών.
Το Κοινοβούλιο πιέζει την Επιτροπή να διασφαλίσει την τροφοδοσία λιπασμάτων, να λάβει μέτρα για τη μείωση των τιμών και να αυξήσει την στρατηγική αυτονομία στον τομέα των λιπασμάτων. Οι πολιτικοί της ΕΕ αναγνωρίζουν ωστόσο ότι η ευρωπαϊκή αυτάρκεια σε ορυκτά λιπάσματα μεσοπρόθεσμα «δεν είναι ρεαλιστική».
Ο ολλανδός ευρωβουλευτής Jan Huitema, ο οποίος συνέταξε από κοινού την απόφαση για τα τεχνητά λιπάσματα, επεσήμανε ότι η γεωργία πρέπει να κάνει μέγιστη χρήση των λιπασμάτων που υπάρχουν ήδη, όπως κόπρανα ζώων και ανθρώπινα απόβλητα.
Δυστυχώς, σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό εμποδίζεται από τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς. Καταδίκασε το γεγονός ότι οι αγρότες στην τρέχουσα κατάσταση αναγκάζονται να απομακρύνουν μέρος των δικών τους ζωικών λιπασμάτων πληρώνοντας και ταυτόχρονα να αγοράζουν ακριβά τεχνητά λιπάσματα.
Σε ψήφισμα που εγκρίθηκε την Πέμπτη με ανάταση χεριού, τα μέλη του ΕΚ ζητούν μια ευρωπαϊκή στρατηγική για τα λιπάσματα, κατά προτίμηση εντός μερικών μηνών. Επισημαίνουν ότι το ρωσικό φυσικό αέριο, που χρησιμοποιείται στην παραγωγή τεχνητών λιπασμάτων, συνεισφέρει στη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία και γι’ αυτό καλούν «να διατεθούν άμεσα αρκετά κεφάλαια ώστε να τερματιστεί η εξάρτηση από αυτό το αέριο».
Ο εισηγητής του εκτενούς μη δεσμευτικού ψηφίσματος, ο Γερμανός πρόεδρος της Επιτροπής Γεωργίας Norbert Lins (ΕΛΚ), δήλωσε: «Πρέπει επειγόντως να εγγυηθούμε επαρκή λιπάσματα για τους αγρότες μας και απαιτείται περισσότερη δράση για τη μείωση των τιμών αγοράς τους.
Η αντικατάσταση των ορυκτών λιπασμάτων από θρεπτικά συστατικά βιολογικής προέλευσης θα διευρύνει σημαντικά το εργαλειοθήκη για τους αγρότες και θα καταστήσει τη ευρωπαϊκή γεωργία λιγότερο εξαρτώμενη από τις εισαγωγές τεχνητών λιπασμάτων τρίτων χωρών.»

