Αίτημα για περισσότερη αναβολή προκύπτει μετά την απόσυρση και χαλάρωση ορισμένων νόμων της Πράσινης Συμφωνίας στον τομέα της γεωργίας τον προηγούμενο μήνα. Η νέα πρόταση υποστηρίζεται από τη Βουλγαρία, την Εσθονία, την Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, την Ολλανδία, τη Σλοβενία, την Ισπανία και την Ουγγαρία. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί ακόμα την απαιτούμενη ποσοστώς πλειοψηφία.
Πρόσφατα, σε συνεδρίαση του συμβουλίου υπουργών στο Λουξεμβούργο, εξέφρασαν την ανησυχία τους για την πρόοδο της νομοθεσίας για το κλίμα. Ισχυρίζονται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει την απαραίτητη διοικητική δουλειά. Αυτό εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής των νόμων εγκαίρως.
Η «αξιολόγηση αναφοράς» που ανακοίνωσαν οι Βρυξέλλες αλλά δεν έχει ακόμα υλοποιηθεί, θα αξιολογεί τον κίνδυνο αποψίλωσης για όλες τις εισαγωγικές χώρες της ΕΕ. Χωρίς αυτή την αξιολόγηση, όλες οι χώρες κατατάσσονται ομοιόμορφα και θα επιβαρύνονται με δυσανάλογα μεγάλο διοικητικό φόρτο. Ο χρόνος πιέζει καθώς οι επιχειρήσεις και οι δημόσιες αρχές πρέπει να προετοιμαστούν εγκαίρως.
Ο κανονισμός της ΕΕ καθορίζει ότι η σόγια, το φοινικέλαιο, τα βοοειδή, ο καφές, η κακάο, το καουτσούκ και το ξύλο (και τα προϊόντα που προέρχονται από αυτά) επιτρέπεται να εισάγονται μόνο εφόσον δεν συνδέονται με αποψίλωση. Ο κανονισμός τέθηκε σε ισχύ τον Ιούνιο του 2023 και 18 μήνες αργότερα, από τα τέλη του 2024, θα πρέπει να εφαρμοστούν οι νέοι κανόνες.
Σε απάντηση στις ανησυχίες των κρατών μελών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε ότι θα αξιολογήσει την κατάσταση και θα συνεχίσει τον διάλογο. Τονίζεται ότι η επιδίωξη ενός πιο πράσινου μέλλοντος δεν πρέπει να υπονομευτεί, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να ληφθούν υπόψη η πρακτική εφαρμογή και ο οικονομικός αντίκτυπος.

