Η τσεχική προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεωρεί ότι πρέπει να υπάρξουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα πιο ευέλικτοι κανόνες για την έγκριση νέων γενετικώς τροποποιημένων τεχνολογιών στη γεωργία και κηπουρική. Άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ ήδη πιέζουν για αυτό εδώ και καιρό.
Σύμφωνα με τον υπουργό Ζντένεκ Νεκούλα, η τρέχουσα νομοθεσία δεν πλήττει μόνο τους αγρότες, αλλά οδηγεί και στην αποχώρηση εξαιρετικών επιστημόνων από την ΕΕ. Η κλιματική αλλαγή, η επισιτιστική ανασφάλεια και οι εποχικές ελλείψεις καθιστούν επιτακτική την αναθεώρηση των ισχυουσών ρυθμίσεων για τις τεχνολογίες γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και σπόρων στην ΕΕ, δήλωσε ο υπουργός Ζντένεκ Νεκούλα την Παρασκευή στην Πράγα.
Ο Νεκούλα ανέφερε ότι οι νέες, λεγόμενες γονωμικές τεχνικές μπορούν να βοηθήσουν στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των καλλιεργειών απέναντι στην ξηρασία, τον παγετό, τις ασθένειες και τα παράσιτα. «Χρειαζόμαστε σύγχρονους κανόνες», είπε, χαρακτηρίζοντας τους υφιστάμενους κανονισμούς για τα ΓΤΟ ως «περιοριστικούς».
Από την πλευρά του, ο Επίτροπος Γεωργίας Γιάνους Βοϊτσιέχοφσκι τόνισε ότι η νέα πρότασή του για την γενετική επεξεργασία των τροφίμων θα ανακοινωθεί το δεύτερο τρίμηνο του 2023. Αυτό θα συμβεί μόνον μετά από λεπτομερή ανάλυση των κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία, το περιβάλλον και με σεβασμό στα συμφέροντα του αγροτικού τομέα, πρόσθεσε.
«Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Δεν μπορούμε να θέτουμε σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον», δήλωσε. «Πρέπει να βρούμε τη σωστή ισορροπία», είπε ο Βοϊτσιέχοφσκι, προσθέτοντας ότι η βιολογική γεωργία πρέπει να προστατευθεί από τις πιθανές επιπτώσεις της έγκρισης νέων μεταλλάξεων.
Η ισχύουσα νομοθεσία απαιτεί άδεια για την κυκλοφορία στην αγορά όλων των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων, μετά από αξιολόγηση των κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο τρέχων κανονισμός δεν είναι κατάλληλος για την αξιολόγηση των νέων γονωμικών τεχνικών.
Οικολογικές οργανώσεις φοβούνται ότι μια αναθεώρηση των κανόνων θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαλάρωση της αξιολόγησης κινδύνου ή ακόμη και στην εγκατάλειψη της υποχρέωσης επισήμανσης αυτής της τροποποίησης στις ετικέτες.

