Τα βιοκαύσιμα θεωρούνται εναλλακτική λύση στα ορυκτά καύσιμα, με στόχο τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου στον τομέα των μεταφορών. Τα τελευταία δέκα χρόνια, η ΕΕ έχει δαπανήσει περίπου 430 εκατομμύρια ευρώ για την προώθηση των βιοκαυσίμων. Ωστόσο, η μετάβαση από την εργαστηριακή έρευνα στην παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα δεν έχει απογειωθεί και μπορεί να διαρκέσει πολλά χρόνια ακόμη.
Για μεγάλο διάστημα υπήρχε η προσδοκία ότι τα φυσικά προϊόντα από τη γεωργία και τη δενδροκομία θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρώτες ύλες για νέα, φιλικά προς το περιβάλλον καύσιμα. Μέχρι στιγμής, τα παραγόμενα βιοκαύσιμα χρησιμοποιούνται κυρίως ως πρόσμιξη σε συμβατική βενζίνη, ντίζελ και κηροζίνη, και μόνο σε πολύ περιορισμένο βαθμό.
Επιπλέον, η διαθεσιμότητα κατάλληλης βιομάζας περιορίζει τη χρήση βιοκαυσίμων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέμενε ότι η προώθηση και η χρήση βιοκαυσίμων θα ενίσχυαν την ενεργειακή ανεξαρτησία της ΕΕ. Στην πραγματικότητα, πολλές πρώτες ύλες εισάγονται κυρίως από τρίτες χώρες (π.χ. εισαγωγή αποθεμάτων τηγανέλαιου από την Κίνα, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Μαλαισία και την Ινδονησία).

