Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Μάλτα, με το καθεστώς της το οποίο επιτρέπει σε πλούσιους ξένους να αποκτούν διαβατήριο Μάλτας έναντι αμοιβής, ενεργεί αντίθετα με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Επισημαίνει ότι η ιθαγένεια της ΕΕ δεν πρέπει να είναι προς πώληση και ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ δεν πρέπει να χρησιμοποιούν τις εθνικές αρμοδιότητές τους για να υπονομεύουν τα δικαιώματα της Ένωσης.
Η κυβέρνηση της Μάλτας επιμένει ότι η χορήγηση ιθαγένειας αποτελεί αποκλειστική εθνική αρμοδιότητα και παραμένει τέτοια. Σύμφωνα με τη Μάλτα, η πολιτική είναι απολύτως νόμιμη και η χώρα έχει δράσει με προσοχή στην επιλογή των υποψηφίων. Ο πρωθυπουργός Ρόμπερτ Αμπέλα τόνισε επανειλημμένα ότι η Μάλτα αποφασίζει η ίδια ποιος γίνεται πολίτης της.
Η υπόθεση έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό ήδη από το 2017 χάρη στις αποκαλύψεις της μαλτέζας δημοσιογράφου Ντάφνης Καρουάνα Γκαλίζια για τις σχέσεις μεταξύ μαλτέζων πολιτικών και πλούσιων επιχειρηματιών με το διεθνές υπόκοσμο. Εκτελέστηκε με βομβιστική επίθεση από εντολή πλούσιων εγκληματιών, αλλά οι δράστες εντοπίστηκαν.
Η υπόθεση των «χρυσών διαβατηρίων» πήρε νέα διάσταση μετά την πρόσφατη αποκάλυψη ότι ορισμένοι πλούσιοι Ρώσοι που ήδη κατείχαν μαλτέζικα διαβατήρια είχαν επιβληθεί κυρώσεις από την ΕΕ εξαιτίας της συμμετοχής τους στον πόλεμο στην Ουκρανία. Η Financial Times ανέφερε ότι Ρώσοι πολίτες υπό κυρώσεις απέκτησαν ιθαγένεια ΕΕ μέσω του μαλτέζικου προγράμματος, αυξάνοντας τις ανησυχίες για κινδύνους ασφάλειας.
Σύμφωνα με την Transparency International, η πώληση διαβατηρίων μέσω επενδυτικών προγραμμάτων υπονομεύει τις βασικές αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο οργανισμός ζητά αυστηρότερους κανόνες και περισσότερους μηχανισμούς ελέγχου για να αποτραπεί η κατάχρηση αυτών των πρακτικών για ξέπλυμα χρήματος ή παράκαμψη κυρώσεων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη προειδοποιήσει επίσημα τη Μάλτα σε προηγούμενα στάδια. Η Επιτροπή τόνισε ότι το καθεστώς πλήττει όχι μόνο εθνικά αλλά και ευρωπαϊκά συμφέροντα, δεδομένου ότι η ιθαγένεια της ΕΕ χορηγεί δικαιώματα σε όλα τα κράτη μέλη. Μέχρι σήμερα όμως η Μάλτα διατηρεί το πρόγραμμα, με ορισμένες τροποποιήσεις.
Το πρόγραμμα, που ξεκίνησε το 2014, έχει αποφέρει σημαντικά έσοδα στη Μάλτα. Σύμφωνα με την Outbound Investment, η πώληση διαβατηρίων απέφερε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο οι αντίπαλοι επισημαίνουν ότι το οικονομικό κέρδος δεν αντισταθμίζει τη δυνητική ζημία στη φήμη της ΕΕ.
Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αναμένεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις για τη Μάλτα και ενδεχομένως για άλλες χώρες με παρόμοια προγράμματα, όπως η Κύπρος. Η υπόθεση θεωρείται δοκιμασία για τα όρια της εθνικής κυριαρχίας εντός της ευρωπαϊκής διαδικασίας ολοκλήρωσης.

